|
Κυριακή 13 Σεπτέμβρη 2009
|
|
Σελίδα 34 |
![]() |
Παρά την εικόνα μιας «εσωτερικής φυλετικής ιστορίας», μέσα από την αντιπαράθεση με τους σιίτες Χούθι, εκφράζονται, όπως όλα δείχνουν, διαμάχες περιφερειακών δυνάμεων, διόλου αμελητέων, όπως είναι το Ιράν και η Σαουδική Αραβία. Παράλληλα, δε, εντός της χώρας, σε εξέλιξη βρίσκεται ένα αποσχιστικό κίνημα στο νότο, που παρουσίασε κλιμάκωση πριν από μερικούς μήνες και πνίγηκε στο αίμα από τις κυβερνητικές δυνάμεις. Ενώ από το 2001 και μετά η Υεμένη θεωρείται ένα από τα βασικά πεδία «μάχης της αντιτρομοκρατικής εκστρατείας», καθώς πυρήνες της «αλ Κάιντα» είναι διάσπαρτοι στις φυλές της χώρας, στο πρόσφορο έδαφος των ισλαμιστικών θεοκρατικών απόψεων που καλλιεργήθηκαν και αξιοποιήθηκαν από τον ιμπεριαλισμό, παλιότερα, ενάντια στη Λαϊκή Δημοκρατία της Νότιας Υεμένης (ένα σενάριο ανάλογο με ό,τι έχουμε δει στο Αφγανιστάν και αλλού).
Ολα αυτά, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική θέση της, ως σταυροδρόμι μεταξύ Μέσης Ανατολής, Ασίας και Αφρικής, καθώς και τα εκτεταμένα σύνορά της με τη Σαουδική Αραβία καθιστούν την Υεμένη χώρα εξαιρετικού ενδιαφέροντος ως προς τη σταθερότητά της για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Γι' αυτό και πριν λίγες μέρες, ο Αμερικανός Πρόεδρος Ομπάμα έστειλε επιστολή στον Υεμενίτη Πρόεδρο Αλί Αμπντουλάχ Σάλεχ, για να του εκφράσει τη σταθερή υποστήριξή του «στην ενότητα, στην ασφάλεια και στη σταθερότητα της χώρας».
Η Υεμένη, τόπος της μυθικής βασίλισσας του Σαβά, ήταν γνωστή από την αρχαιότητα για τον πολιτισμό και για το εύφορο έδαφός της, λόγω των πολλών οάσεων και των συχνών βροχοπτώσεων, σε αντίθεση με την υπόλοιπη αραβική χερσόνησο που χαρακτηρίζεται από ατελείωτες ερήμους. Η «ευδαίμων Αραβία», κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, ελάχιστα πλέον θυμίζει τον παλιό της εαυτό. Ο μισός περίπου πληθυσμός της ζει με λιγότερο από 2 δολάρια τη μέρα, είναι αναλφάβητος, ενώ τα αποθέματά της σε νερό έχουν μειωθεί δραματικά.
Η επανάσταση του 1962 με σοσιαλιστικό προσανατολισμό, που έδωσε τέλος στην επί αιώνες εξουσία του χαλιφάτου των Ζαΐντι (σιιτικού μετριοπαθούς κλάδου όπου ανήκουν οι ένοπλοι σιίτες της φυλής Χούθι), οδήγησε στη δημιουργία δύο κρατών: της βόρειας Υεμένης με έντονες ισλαμιστικές επιρροές και κυριαρχία του συστήματος των φυλών και της νότιας Λαϊκής Δημοκρατίας της Υεμένης, η οποία προχώρησε σε κρατικοποιήσεις, ενώ διαδραμάτισε ρόλο στη στήριξη λαϊκών κινημάτων και εξεγέρσεων στην αραβική περιοχή, με χαρακτηριστικότερη ίσως την εξέγερση στο Ομάν, το 1977.
Οι διαρκείς εχθροπραξίες στα σύνορα με τη βόρεια Υεμένη, καθώς και οι εξοντωτικές στρατιωτικές αναμετρήσεις με τη Σαουδική Αραβία, το 1969 και το 1973, αποδυνάμωσαν τη Λαϊκή Δημοκρατία της Υεμένης, που, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη οι ανατροπές στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες (βασικό της στήριγμα), προχώρησε σε επανένωση το 1990 με το βορρά. Η κυριαρχία, ουσιαστικά, του αντιδραστικού βόρειου κατεστημένου στους μηχανισμούς της «κοινής» διακυβέρνησης, που χαρακτηρίστηκε από διώξεις κατά των σοσιαλιστικών δυνάμεων του νότου, οδήγησε σε εμφύλια σύρραξη το 1994, που επίσης έληξε νικηφόρα για τις δυνάμεις του τότε, όπως και σήμερα, Προέδρου Σάλεχ, που βρίσκεται στην εξουσία αδιαλείπτως από το 1978, οπότε και την κατέλαβε με πραξικόπημα στο βόρειο, τότε, τμήμα της Υεμένης.
Σε αυτά ακριβώς τα γεγονότα θεμελιώνεται ο διχασμός μεταξύ βορρά - νότου, που έχει τραφεί δεόντως από τον εκτοπισμό, όπως καταγγέλλεται, εκπροσώπων του νότου από τις δημόσιες υπηρεσίες, το μηχανισμό διακυβέρνησης και το στρατό, αλλά και από τη διαρκή υποβάθμιση της ποιότητας και των όρων ζωής των νοτίων. Ο διχασμός αυτός και η δυσαρέσκεια εκφράστηκαν προσφάτως και στο αποσχιστικό κίνημα που αναδύθηκε στη νότια Υεμένη και, παρά την εκρηκτική ηρεμία που επικρατεί διά της στρατιωτικής επιβολής, δε φαίνεται να έχει πει την τελευταία του κουβέντα.
Από την άλλη πλευρά, στο βορρά, όπου είναι σήμερα στραμμένα όλα τα βλέμματα, η αντιπαράθεση με τους σιίτες του κλάδου Ζαΐντι της φυλής Χούθι έχει τις ρίζες του στο 2004. Μετά την ένωση, οι Ζαΐντι συμμετείχαν στην πολιτική ζωή του τόπου με κόμμα και οργανώσεις. Από τα τέλη της δεκαετίας του '90, όμως, κατήγγειλαν εντεινόμενες διακρίσεις και οικονομική παραμέληση της μειονότητάς τους, που αποτελεί κατά πλειοψηφία τον πληθυσμό του βορρά. Η δυσαρέσκεια εκφράστηκε με συνθήματα κατά των «καλών συμμάχων» του Προέδρου των ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του Σάλεχ στο βορρά, το 2003. Αυτή ήταν και η αφορμή, μαζί με τη δολοφονία του επικεφαλής τους Χουσεΐν αλ Χούθι το 2004, για το ξέσπασμα της ένοπλης αντιπαράθεσης με τα κυβερνητικά στρατεύματα, που, με μικροδιαλείμματα, συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Τώρα, πλέον, οι Χούθι δηλώνουν ότι πολεμούν και για την επιστροφή του χαλιφάτου των Ζαΐντι στην εξουσία.
Η κυβέρνηση Σάλεχ έχει κατηγορήσει ανοιχτά τους Χούθι ότι υποστηρίζονται από το Ιράν. Οι ίδιοι δεν κρύβουν ότι θεωρούν την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν ως πρότυπο, όμως, δεν υπάρχουν, όπως ανέφεραν δημοσιογραφικές πηγές, αδιάσειστες αποδείξεις ότι εκτός της διπλωματικής στήριξης, η Τεχεράνη έχει δώσει όπλα ή χρήματα. Αντίθετα, από την άλλη, οι Χούθι παρουσίασαν, τις τελευταίες βδομάδες, όπλα που υποστηρίζουν ότι κατέσχεσαν από τις κυβερνητικές δυνάμεις και φαίνονται σαουδαραβικά.
Γεγονός είναι ότι η Σαουδική Αραβία (της ακραίας συντηρητικής έκφρασης του σουνισμού, του γουαχαμπιτισμού) δε βλέπει με καθόλου καλό μάτι την προοπτική ενίσχυσης σιιτών που πρόσκεινται στην, αιώνια αντίπαλο γεωστρατηγικά αλλά και δογματικά, Τεχεράνη δίπλα ακριβώς στα σύνορά της. Πόσο μάλλον, που η ίδια έχει το «αγκάθι» της σιιτικής μειονότητας, που διαμαρτύρεται για διακρίσεις σε βάρος της, να ζει στις πιο πλούσιες σε πετρέλαιο περιοχές της.
Η προοπτική ενίσχυσης της σιιτικής παρουσίας στην αραβική, πετρελαιοφόρα, αραβική χερσόνησο δεν ενθουσιάζει ούτε την Ουάσιγκτον. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός, διά της νέας τακτικής Ομπάμα, επιδιώκει μεν ένα «καλύτερο πρόσωπο» προς τον αραβικό κόσμο συνολικά, αλλά δεν εγκαταλείπει το στόχο του για διασφάλιση ακόμη μεγαλύτερου ελέγχου στη γεωστρατηγικά πολύτιμη περιοχή του Κόλπου και της Μέσης Ανατολής. Αυτό θα επιτευχθεί μόνο αν οι αναδυόμενες περιφερειακές δυνάμεις, όπως το Ιράν, και όσες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δείχνουν, αν όχι να το στηρίζουν τουλάχιστον να το αξιοποιούν, όπως η Ρωσία, δεν επεκτείνουν την επιρροή τους, έτσι ώστε να αποκτήσουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την αμερικανική ιμπεριαλιστική πρωτοκαθεδρία.
Με δεδομένη την επιλογή Ομπάμα να επιμείνει όσο γίνεται στη λογική «του διαλόγου» με τη θρησκευτική ηγεσία του Ιράν (και κατ' επέκταση με όσους «δίνουν πλάτη» στην Τεχεράνη, αλλά και με όσους χρησιμοποιούνται από αυτήν για την εδραίωση της ισχυρής της παρουσίας, όπως είναι, π.χ., η «Χεζμπολάχ»), δε θεωρείται, προς το παρόν, πιθανό οι ΗΠΑ να αποφασίσουν άμεση εμπλοκή στις εχθροπραξίες στη βόρεια Υεμένη. Ομως, όπως διαρρεόταν από διπλωματικές πηγές, δεν πρέπει να αποκλείεται η αποστολή «ειδικών συμβούλων» και «ειδικά εκπαιδευμένων μονάδων» για να καταστείλουν τους σιίτες ενόπλους, τους οποίους παλαιότερα, όπως και τους εξτρεμιστές σουνίτες φυλάρχους, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός χρησιμοποίησε με προπέτασμα τη θρησκεία τους ενάντια στη Λαϊκή Δημοκρατία της Υεμένης. Με τα πετρελαϊκά αποθέματα της Σαουδικής Αραβίας να βρίσκονται δίπλα στην Υεμένη και τα περισσότερα πετρελαϊκά φορτία να περνούν από τη θάλασσά της, η Ουάσιγκτον θα επιδιώξει να αποτρέψει την επανάληψη του γνωστού «έργου» (πρώην σύμμαχοι κατά του «κομμουνιστικού εχθρού», νυν εχθροί) να εξελιχθεί αλά Αφγανιστάν. Και στο «πλάνο» δεν αποκλείεται η σταδιακή ανάμειξη και άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, όπως Βρετανία, Γαλλία ή Γερμανία, που προς το παρόν δεν έχουν βρει το χώρο.
Να γίνουν δεκτά όλα τα παιδιά και να καταργηθούν τα τροφεία
Να καταργηθεί κάθε τέλος για τις ΑΠΕ
Στοιχίζουν τριπλάσια με τη μέθοδο των ΣΔΙΤ
Στα 4 τρισ. ο ημερήσιος τζόγος
Με βάση τη συνταγή των βιομηχάνων
Λειτουργικά κέρδη 4,7 δισ. στο α' εξάμηνο
Οι ανάγκες του παιδιού και της λαϊκής οικογένειας είναι δική μας υπόθεση